Menu

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα..

Της Σοφίας Ασημάκη

Θέλω να εστιάσω την προσοχή σας σε κάποια γεγονότα. Μια φορά τον Ιούνιο του 1994 επιστρέφαμε σπίτι από τη δουλειά. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Στη μεγάλη αυλή του κτιριακού μας συγκροτήματος όπως πάντα έπαιζαν τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια 7-9 χρονών. Ξαφνικά από το διαμέρισμα του πάνω ορόφου, τα παράθυρα του οποίου έβλεπαν στο γήπεδο κάποιος πέταξε τις κρέπες. Πιθανόν, δεν άρεσαν στους ενοίκους του και τις πέταξαν, αν κι εκείνα τα χρόνια ήταν πολυτέλεια να πετάς το φαγητό, και λίγες οικογένειες μπορούσαν να την επιτρέψουν στον εαυτό τους.
Μια από τις κρέπες προσγειώθηκε δίπλα σε ένα από τα αγόρια, που έπαιζαν κάτω. Εκείνο φώναξε: «Παιδιά, κρέπες!» Τα παιδιά εγκατέλειψαν το παιχνίδι και ρίχθηκαν στις κρέπες. Τις σήκωναν από το χώμα και τις έτρωγαν όπως ήταν. Μιλάμε για τα συνηθισμένα παιδιά των συνηθισμένων οικογενειών. Ποιος γονιός θα πίστευε, ότι θα ζήσει τέτοιες στιγμές; Λυπήθηκα αυτά τα παιδιά και θυμήθηκα το παλαιό μυθιστόρημα «Τασκένδη, η πόλη του ψωμιού». Εκεί μια ηρωίδα διασκέδαζε με το να πετάει στο δρόμο φέτες ψωμί και να βλέπει τα πεινασμένα παιδιά να τις αρπάζουν σαν τα σκυλιά. Τρόμαξα στη σκέψη, ότι ξαναγυρίσαμε στη δεκαετία του ΄20. Σκέφτηκα ότι αν είχα τη δυνατότητα, θα έψηνα χιλιάδες κρέπες για να τα μοιράσω στα παιδιά, να χορτάσουν. Ζούσα σ΄αυτή τη γειτονιά, τα ήξερα τα παιδιά, αλλά δεν μπορούσα να τα βοηθήσω γιατί κι εγώ δεν είχα τίποτα. Τους είπα μόνο να μη τρώνε τις κρέπες από κάτω, γιατί μπορούν να αρρωστήσουν, αλλά ποιος με άκουσε;
Θυμάμαι κι ένα άλλο περιστατικό. Μια φορά περπατούσα από το σταθμό του μετρό «Ντιντουμπέ» ως το σπίτι. Παλιά έπαιρνα λεωφορείο, αλλά οι καιροί άλλαξαν – τα λεωφορεία κυκλοφορούσαν πια αραιά και που, και οι τιμές των εισιτηρίων ήταν πια απαγορευμένες. Για μια-δυο στάσεις δεν υπήρχε λόγος να αδειάσω τις τσέπες μου. Ο δρόμος μου περνούσε από τη γέφυρα. Μπροστά περπατούσε μια νεαρή γιναίκα με την μικρή της κόρη, ήταν-δεν ήταν 3-4 χρονών. Θα ήθελα να μεταφέρω το μικρό διάλογο ανάμεσα στη μάνα και την κόρη, τον όποίο άθελά μου άκουσα. Μιλούσαν γεωργιανά.

Μητέρα: Παιδάκι μου, η κυβέρνηση δεν μας δίνει άλλο ψωμί.
Κόρη: Τι κυβέρνηση είναι αυτή, που δε δίνει ψωμί στα παιδιά;
Είχα στη τσάντα μου ένα μικρό καρβελάκι ψωμί για το βραδυνό της οικογένειάς μου. Το έβγαλα και το ’δωσα στο κοριτσάκι. Εκείνο το άρπαξε και άρχισε να καταβροχθίζει.
Αυτή ήταν η πραγματικότητά μας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, που μετέδωσε η κεντρική τηλεόραση της Μόσχας, 90% πληθυσμού της Γεωργίας ζούσε στο όριο της φτώχειας. Η πείνα και η όλο και αυξανόμενη εγκληματικότητα έκαναν τη ζωή στην Τιφλίδα επικίνδυνη, και στα περίχωρά της – ακόμα επικινδυνότερη.
Τα αδέρφια μου ζούσαν στην Αρμενία, περίπου 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσά μας. Δυο ολόκληρα χρόνια δε μπορούσα να τα επισκεφτώ, επειδή ο δρόμος, που οδηγούσε από τη Γεωργία στην Αρμενία ήλεγχαν διάφορες συμμορίες. Πως ζούσαν οι κάτοικοι της Αρμενίας δύσκολα περιγράφεται. Λόγω του πολέμου στο Ναγκόρνι Καραμπάχ, η επικοινωνία μέσω του Αζερμπαϊτζάν ήταν κομμένη. Ο μοναδικός «δρόμος της ζωής» περνούσε μέσω της Γεωργίας, όπου υπήρχε κίνδυνος να σε ληστέψουν, να σε πάρουν όμηρο ή και να σε σκοτώσουν. Η σιδηροδρομική επικοινωνία με τη Ρωσία ήταν επίσης κομμένη λόγου του πολέμου στην Αμπχαζία και στις οδικές αρτηρίες δρούσαν οι καλά οργανωμένες συμμορίες. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Μια ομάδα από νεαρούς άνδρες αγόρασε τρόφιμα στη Ρωσία και προσπάθησε να τα μεταφέρει στην Αρμενία που πεινούσε. Έπρεπε να διασχίσουν τη Γεωργιανή Στρατιωτική οδό και μετά να περάσουν από την οδό Ντμανίσι. Μετ’ εμποδίων τα αυτοκίνητά τους πλησίασαν τα σύνορα της Αρμενίας. Οι άνθρωποι χαίρονταν επειδή θα έσωναν τις οικογένειές τους από την πείνα, αλλά η χαρά τους ήταν πρόωρη. Κοντά στο Ντμανίσι δέχθηκαν επίθεση από μια συμμορία, και οι συμμορίτες τους πήραν όλα τα χρήματα και τρόφιμα. Οι ληστές όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Ο αρχηγός τους διέταξε να κρατήσουν έναν από τους Αρμένιους όμηρο και οι δυο άλλοι, χτυπημένοι και αιμόφυρτοι έπρεπε να πάνε στο χωριό στην Αρμενία και να φέρουν λύτρα για να πάρουν πίσω τον σύντροφό τους. Ήταν όμως αδύνατο να μαζέψουν τόσο μεγάλο ποσόν. Το χωριό απευθύνθηκε στις αρχές και σε λίγο η ομηρία του άτυχου άνδρα έληξε. Μόνο που υπέκυψε στα τραύματά του την επομένη της απελευθέρωσής του. Πόσο βάναυσα έπρεπε να έχουν φερθεί στον νεαρό και υγειέστατο άνδρα για να πεθάνει!
Το κακό, όπως γνωρίζουμε γεννάει ακόμα μεγαλύτερο κακό. Η άλλη πλευρά – οι συγγενείς του δολοφονημένου Αρμένιου - αποφάσισαν να εκδικηθούν. Έπιασαν όμηρο έναν Γεωργιανό, τον μετέφεραν στην Αρμενία και απείλησαν να τον σκοτώσουν, αν δε βρεθούν οι ένοχοι της δολοφονίας. Οι ένοχοι, εννοείται, δε βρέθηκαν ποτέ. Όμηρος όμως αφέθηκε ελεύθερος. Δε μου φτάνει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να απαριθμήσω όλες τις περιστάσεις βίας. Ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί: «Και οι αρχές που βρίσκονταν;» Θα απαντήσω: οι προηγούμενες αρχές ενθάρρυναν τους εγκληματίες και οι τωρινές δεν έχουν τη δύναμη να τους σταματήσουν.  Ως συνήθως, μετά από κάθε έγκλημα ακολουθούσε η ανακοίνωση: διεξάγεται η ανάκριση. Όμως οι αρχές ψάρευαν μόνο τη «μαρίδα», τους μικροεγκληματίες, και οι καρχαρίες, οι εγκέφαλοι παρέμεναν ελεύθεροι και συνέχισαν να δρουν ελέυθερα. Η άκρη του νήματος οδηγούσε προφανώς πολύ ψηλά.
Θυμάμαι, πως η Ασφάλεια έστησε μια μεγάλη επιχείρηση κατά των συμμοριών του Ντμανίσι. Αλλά ούτε ένας αρχηγός τους δεν έχει συλληφθεί! Οι κακές γλώσσες έλεγαν, ότι τους προειδοποίησαν εγκαίρως και κατάφεραν να εξαφανιστούν. Οι ίδιες γλώσσες ισχυρίζονταν, ότι και οι υπόλοιποι συλληφθέντες εκείνης της επιχείρησης αφέθηκαν ελεύθεροι μερικές μέρες αργότερα.
Να’ ταν μόνο οι συμμορίες! Πολύ συχνά οι ίδιοι οι διοικητικοί υπάλληλοι είτε συμμετείχαν στις εγκληματικές πράξεις είτε ακόμα και τις οργάνωναν! Ένα παράδειγμα. Μια ομάδα νεαρών μετέφερε σιτηρά από τη Ρωσία στην Αρμενία. Ο μοναδικός δρόμος, όπως είπα και πριν, περνούσε από τη Γεωργία, από τη Γεωργιανή Στρατιωτική οδό. Γνωρίζοντας τα χούγια των Γεωργιανών αστυνομικών και τελωνειακών, οι άνθρωποι δεν μετέφεραν τα σιτηρά σε σακκιά, αλλά χύμα. Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν στα αρμένικα σύνορα, οι Γεωργιανοί τελωνειακοί  σταμάτησαν το αυτοκίνητο. Ζήτησαν χαρτιά. Τα χαρτιά ήταν εντάξει. Τότε ζήτησαν χρήματα. Οι Αρμένιοι αρνήθηκαν να πληρώσουν. Και για ποιο πράγμα να πληρώσουν στο κάτω-κάτω; Τότε οι εξοργισμένοι τελωνιακοί περιέλουσαν τα σιτηρά με βενζίνη, την οποία, εννοείται, αφαίρεσαν από τους Αρμένιους. «Και τώρα, τους είπαν, μπορείτε να πάτε στην Αρμενία σας». Τα σιτηρά πετάχτηκαν και οι οικογένειες στην Αρμενία έμειναν χωρίς ψωμί.
Πως το εκτιμάτε αυτό το περιστατικό; Στους χαλεπούς καιρούς, όταν οι άνθρωποι πέθαιναν της πείνας, υπήρχαν άτομα με επωμίδες, με αρμοδιότητες και εξουσία, με στολή και όπλα, που εσκεμμένα άφηναν παιδιά και γέρους χωρίς τροφή.

(συνεχίζεται)

 

Πηγή: greekorbis.gr

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter